Στην καρδιά της Λαμίας, μιας πόλης που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε στον χάρτη, ένα τσαγκάρικο γίνεται το σκηνικό μιας ιστορίας που μοιάζει βγαλμένη από παλιό ελληνικό σινεμά. Στο μικρό του εργαστήριο, το πλημμυρισμένο από τη μυρωδιά του δέρματος και της κόλλας παπουτσιών, ο κυρ‑Δημήτρης συνεχίζει μια τέχνη που σβήνει. Είναι ένας από τους τελευταίους παραδοσιακούς τσαγκάρηδες της πόλης.
Κάθε καρφάκι, κάθε βελονιά, κάθε χτύπημα του τσαγκαρόσφυρου πάνω στο δέρμα είναι μια μαρτυρία για τα “βήματα της πόλης” που πέρασαν από τα χέρια του, και ταυτόχρονα μια μικρή πράξη αντίστασης απέναντι στον χρόνο που αλλάζει τον κόσμο όπως τον γνώριζε.
Μιλώντας μαζί του και παρακολουθώντας τον να δουλεύει, γνωρίζουμε την ιδιόμορφη “παρέα” του. Μας παρουσιάζει τα εργαλεία με τα παράξενα – καμιά φορά και αστεία – ονόματα και μας τα συστήνει, όχι ως εργαλεία δουλειάς, αλλά ως συνοδοιπόρους. Εργαλεία που περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους για να φανούν χρήσιμα.
Τα υπόλοιπα μέλη της “παρέας” έχουν πιο αναγνωρίσιμα ονόματα: Χιώτης, Καζαντζίδης, Μαίρη Λίντα (…). Μόνος στο μικρό του τσαγκάρικο, ο κυρ‑Δημήτρης αφήνει τη μουσική να γεμίσει τον χώρο. Γίνεται το μουσικό χαλί της ζωής του. Οι γνώριμες φωνές που ακούγονται από το ταλαιπωρημένο του ραδιοφωνάκι αισθάνεται ότι τραγουδούν για εκείνον. Χαρές, λύπες, έγνοιες… σε όλα τον συντρόφευσαν.
Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί τον Δημήτρη Κοτρώνη στις αναμνήσεις, στις σκέψεις και στις καθημερινές του κινήσεις, προσφέροντας μια τρυφερή ματιά σε έναν κόσμο που χάνεται αλλά παραμένει ανεκτίμητος για όσους τον γνώρισαν και για όσους τον αναζητούν ακόμη.